Δ. Βίτσας: Κρίσιμες στιγμές

Άρθρο του Δημήτρη Βίτσα στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ»:

Υπερβολή; Κι όμως, στη σημερινή συγκυρία δεν υπάρχει άλλη φράση καταλληλότερη για να περιγράψει την κατάσταση. Ο κόσμος, η Ευρώπη και η Ελλάδα βιώνουν κρίσιμες στιγμές με όλη τη σημασία των λέξεων αυτών.

Ο πόλεμος έχει επιστρέψει στην Ευρώπη και όλα τα δεδομένα και κεκτημένα των τελευταίων δεκαετιών βρίσκονται πλέον υπό αμφισβήτηση, Η μεταψυχροπολεμική ισορροπία ασφαλείας στην ήπειρο μας -και ευρύτερα στον πλανήτη- έχει ανατραπεί, χωρίς να έχει αντικατασταθεί με μια νέα αρχιτεκτονική. Αυτό σημαίνει αστάθεια και ανασφάλεια που εγκυμονεί κινδύνους απρόβλεπτων κλιμακώσεων που ίσως δεν είχαμε ούτε καν κατά τον Ψυχρό Πόλεμο -ακόμα και στις χειρότερες στιγμές του οποίου παρέμεναν ανοιχτοί κάποιοι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των αντιπάλων.

Η άμεση λύση είναι γνωστή. Άμεση κατάπαυση του πυρός, επιστροφή των ρωσικών δυνάμεων στις βάσεις τους και έναρξη διαπραγματεύσεων για τη διαμόρφωση ενός σταθερού συστήματος ασφάλειας για την Ουκρανία, τη Φινλανδία, τη Σουηδία, την Ευρώπη και τη Ρωσία. Ακούει, άραγε, κανείς;

Η θέση της χώρας στο διεθνές και περιφερειακό περιβάλλον δεν είναι δυνατόν να μείνει ανεπηρέαστη, ούτε άλλωστε οι ελληνοτουρκικές σχέσεις με όλη την περιπλοκότητά τους. Το κυβερνητικό δόγμα που συνδυάζει ρητορικές κορώνες, αθρόες εξοπλιστικές δαπάνες χωρίς μακρόπνοο στρατηγικό σχεδιασμό και επιστροφή στη λογική του απόλυτα προβλέψιμου και δεδομένου «συμμάχου» δεν ενδυναμώνει τη χώρα. Αντίθετα της αποστερεί πολύτιμο διπλωματικό κεφάλαιο και την καθιστά από υπολογίσιμο παράγοντα παρακολούθημα αλλότριων πολιτικών που δεν ταυτίζονται με τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα, ούτε με την ασφάλεια της.

Τρανό παράδειγμα: η δομή Ενόπλων Δυνάμεων έχει ως ακρογωνιαίο λίθο την «εξ ανατολών απειλή». Η αντίστοιχη του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, τον από βορρά κίνδυνο, τη Ρωσία δηλαδή. Μπορούν αυτά να συνδυαστούν και ποιον ρόλο παίζει σ’ αυτό το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης που σε μια νύχτα μετατρέπεται από κέντρο εμπορικής ανάπτυξης σε κέντρο στρατιωτικής διέλευσης και συναρμολόγησης πολεμικού υλικού;

Από την άλλη πλευρά, η ακρίβεια και η ενεργειακή φτώχεια που πλήττει όλο και περισσότερους πολίτες, νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ασφαλώς και επηρεάζεται δυσμενώς από τις διεθνείς εξελίξεις. Αυτό, όμως, που την ξεχωρίζει από την κατάσταση σε όλες σχεδόν τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ είναι η απόλυτη απροθυμία της κυβέρνησης Μητσοτάκη να πάρει οποιοδήποτε ουσιαστικό μέτρο που θα ελάφρυνε το βάρος για την κοινωνία και την πραγματική οικονομία, περιορίζοντας δραστικά τα περιθώρια των ληστρικών υπερκερδών που αποκομίζουν μια χούφτα εγχώριες ιδιωτικές εταιρίες παραγωγής ενέργειας.

Μέτρα πολιτικής ανακούφισης της κυβέρνησης και όχι της κοινωνίας παίρνονται. Ουσιαστικά, όμως, και σταθερά μέτρα, όχι. Αναστολή της λειτουργίας του χρηματιστηρίου ενέργειας όσο κρατά η κρίση, αναστολή κάθε ρήτρας αναπροσαρμογής έως την τελεσίδικη δικαστική απόφαση, διευθέτηση του ιδιωτικού χρέους από τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος με πολλές δόσεις και διαγραφή μέρους του, σαφής αποτίμηση και υψηλή φορολόγηση των ληστρικών κερδών, πλαφόν στη χονδρική και τη λιανική τιμή ενέργειας, μείωση του ΦΠΑ και εκτεταμένοι έλεγχοι στην αγορά προϊόντων απαραίτητων για την οικογενειακή επιβίωση και άλλα, συνιστούν ένα στρατηγικό σχέδιο ενάντια στην ακρίβεια που τρώει, μαζί με τον πληθωρισμό, το εισόδημα.

Η νέα δημοκρατική και προοδευτική διακυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ που θα αναδειχθεί με την ψήφο του λαού στις επερχόμενες εκλογές θα έχει μπροστά της αυτές τις τεράστιες προκλήσεις. Και κυρίως, να υλοποιήσει ένα νέο παραγωγικό και αναπτυξιακό μοντέλο που θα βασίζεται στον κόσμο της εργασίας διασφαλίζοντας τα δικαιώματα και το βιοτικό του επίπεδο. Για τον σκοπό αυτό θα αξιοποιήσει εργαλεία όπως ο νέος χάρτης των ΑΠΕ και η διοχέτευση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας στην μικρομεσαία επιχειρηματικότητα που είναι η ραχοκοκαλιά της οικονομίας.

Η εκλογική διαδικασία για την ενίσχυση της προεδρίας του Αλέξη Τσίπρα και την ανάδειξη νέας Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ την Κυριακή 15 Μάη μπορεί και πρέπει να γίνει μια διαδικασία νέας εκκίνησης, πολιτικής αλλαγής και ελπίδας για την Ελλάδα που μας αξίζει.