Δημήτρης Βίτσας: Πολιτικές συνεργασίες και κοινωνικές συμμαχίες

Η πραγματικότητα που βιώνει η κοινωνία είναι πιο δυνατή από τον επικοινωνιακό μηχανισμό της ΝΔ, o οποίος μάταια πια προσπαθεί να την πείσει ότι για όσα υπομένει φταίει οποιοδήποτε άλλος πλην της κυβέρνησης της Δεξιάς. Πλησιάζει η ώρα της πολιτικής της πτώσης στις ερχόμενες εκλογές, όποτε κι αν γίνουν αυτές τελικά.
O ίδιος ο κ. Μητσοτάκης έχει αφήσει κατά μέρος τις υπερφίαλες διακηρύξεις του περί επίτευξης αυτοδυναμίας από την πρώτη Κυριακή και τους σχεδιασμούς για την αλλαγή -πάνω στην αλλαγή- του εκλογικού νόμου, προκειμένου να αποφύγει την πολιτική του γελοιοποίηση στη Βουλή. Όλα αυτά, μαζί με την απομάκρυνση του σεναρίου των πρόωρων εκλογών μετά το Πάσχα, διαμορφώνουν μια εικόνα παραδοχής από την πλευρά της κυβέρνησης ότι οι μέρες της «πολιτικής αφθονίας» της είναι μετρημένες.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ θα βγει από το συνέδριό του ενισχυμένος, έχοντας σφυρηλατήσει ένα πολιτικό σχέδιο για την έξοδο της κοινωνίας από τα αδιέξοδα όπου την έχει οδηγήσει το ιστορικό ατύχημα της δεξιάς παλινόρθωσης του 2019. Ένα πολιτικό σχέδιο ορισμένο, συγκεκριμένο, με ξεκάθαρους στόχους και σαφές ιδεολογικό στίγμα: αυτό της ριζοσπαστικής Αριστεράς, δεδομένου ότι οι καιροί επιβάλλουν λύσεις ριζοσπαστικές, λύσεις αριστερές, δημοκρατικές και προοδευτικές. Αυτό θα είναι το σχέδιο με βάση το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ θα διεκδικήσει και θα κερδίσει την πλειοψηφία της κοινωνίας και την εμπιστοσύνη των πολιτών, είτε αυτοί αυτοπροσδιορίζονται πολιτικά ως Αριστεροί, Σοσιαλδημοκράτες ή Κεντρώοι.
Πάνω σε αυτό το σχέδιο και στους βασικούς του άξονες καλούνται ήδη και θα κληθούν στο μέλλον να πάρουν θέση όλα τα προοδευτικά και δημοκρατικά κόμματα, είτε εκπροσωπούνται στη Βουλή είτε όχι. Η απλή αναλογική επιβάλλει ευρύτερες πολιτικές συνεργασίες -οι οποίες, πάντως, είναι ούτως ή άλλως απαραίτητες, δεδομένων των προκλήσεων που θα αντιμετωπίσει η επόμενη  δημοκρατική διακυβέρνηση. Αυτές οι πολιτικές συνεργασίες, εκ των πραγμάτων, θα έχουν τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, τον νικητή των εκλογών, ως βασικό κορμό τους. Πρέπει, δε, να είναι συνεργασίες που θα βασίζονται όχι στην πολιτική συγκυρία, αλλά σε ένα συμφωνημένο και γνωστό στον λαό κυβερνητικό πλάνο που θα εστιάζει στην ανάκτηση των δημόσιων αγαθών και του δημόσιου χώρου, κάτι που αφορά, μεταξύ άλλων, την ενέργεια με κύριο εργαλείο τη ΔΕΗ, τις οδικές και σιδηροδρομικές μεταφορές, τις τηλεπικοινωνίες και την ψηφιακή συνδεσιμότητα. Αυτονόητα, δε, θα επικεντρωθεί στην ενίσχυση του ΕΣΥ, στην καταπολέμηση της ακρίβειας και των κοινωνικών ανισοτήτων, στη δημόσια παιδεία, στη θωράκιση των εργασιακών δικαιωμάτων, στην ανάσταση του κοινωνικού κράτους που κατεδαφίζει συστηματικά η ΝΔ. Εξάλλου, οφείλει να περιλαμβάνει μια τολμηρή και κοινωνικά δίκαιη αναπτυξιακή πολιτική με στόχο την αύξηση των λαϊκών εισοδημάτων και πρώτα και κύρια του μισθού. Δεν πρέπει, εξάλλου, να παραλειφθεί η ανάκτηση του διεθνούς κύρους της χώρας που έχει χαθεί εξ αιτίας των τραγικών επιλογών της κυβέρνησης Μητσοτάκη στην ουκρανική κρίση -μεταξύ άλλων. Για αυτό απαιτείται μια πολυδιάστατη και αυτόνομη διπλωματία ειρήνης και συνεργασίας στην περιοχή μας.
Με άλλα λόγια, μιλάμε για μια συνολική πολιτική συνεργασία αρχών, θέσεων και δράσης που θα οικοδομηθεί με βάση το γεγονός ότι τα συμφέρονται των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων ανάγονται σε εθνικά συμφέρονται. Ούτε αυτό, όμως, αρκεί για να μακροημερεύσει και να είναι επιτυχής στην αποστολή της. Οποιαδήποτε πολιτική συνεργασία, είτε σε κυβερνητικό επίπεδο, είτε σε επίπεδο κοινοβουλευτικής στήριξης ή έστω ανοχής, είναι αναγκαίο να βασίζεται και να στηρίζεται από μια πλατιά κοινωνική συμμαχία. Ποιους εκπροσωπεί, για ποιους εργάζεται και ποιων τα συμφέροντα θέλει να εκφράσει, δίνοντας λύση στα ζητήματα που τους απασχολούν και λειτουργώντας ως πολιτικό – ιδεολογικό όχημα για την επίτευξη των στόχων τους.
Όταν, λοιπόν, μιλάμε για την μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία δεν το κάνουμε γενικά και αόριστα, αλλά αναφερόμαστε σε όλες οι κοινωνικές κατηγορίες που έχουν πληγεί περισσότερο από τις πολιτικές της ΝΔ του κ. Μητσοτάκη τα τελευταία χρόνια, αλλά και από τις απανωτές κρίσεις που έχουν πλήξει τη χώρα μας από το 2008 και μετά και που τελικά είναι όλες εκφάνσεις της μίας βασικής κρίσης του ύστερου καπιταλισμού. Πρώτα και κύρια στον κόσμο της εργασίας και στον κόσμο της δημιουργίας και του πολιτισμού, στις παραγωγικές και καινοτόμες δυνάμεις της οικονομίας, και στο επιστημονικό δυναμικό της χώρας. Θέλουμε να εκφράσουμε τις αγωνίες και τις προσδοκίες των δημοκρατικών και προοδευτικών πολιτών. Εργαζόμαστε, για τον σκοπό αυτό, μέσα από τις κομματικές μας δομές και μέσα από τις κινηματικές δράσεις που υποστηρίζουμε. Συντασσόμαστε με τα ζωντανά, σύγχρονα κινήματα – ιδίως της νεολαίας.
Τα μεγάλα προβλήματα της χώρας τώρα και στο μέλλον είναι προβλήματα θεσμικά, αλλά και προβλήματα ταξικά. Είναι προβλήματα που προκαλούνται αναπόδραστα όταν κοινωνικές μειοψηφίες με ολιγαρχικά χαρακτηριστικά επιβάλλουν τα δικά τους συμφέροντα πάνω στα συμφέροντα των πολλών με όχημα την κρατική εξουσία. Προβλήματα που είναι μεν τόσο παλιά όσο και οι πρώτες οργανωμένες πολιτικά κοινωνίες, αλλά σήμερα αναδύονται με νέα μορφή στο πλαίσιο του αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού που είναι το δόγμα της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Αυτή είναι, λοιπόν, η μεγάλη πρόκληση για τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: να εμπεδωθεί στη λαϊκή συνείδηση ως εκείνος ο πολιτικός φορέας που έχει την τόλμη και τη γνώση να λειτουργήσει ως πολιτικός εκφραστής όχι μόνο της οργής, αλλά και των προσδοκιών των πολιτών που μετά από σχεδόν τρία χρόνια καταστροφικής νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης βρίσκονται στα πρόθυρα της απόγνωσης. Όχι μόνο ως δικλίδα εκτόνωσης, αλλά ως όχημα αληθινής και ριζοσπαστικής ανανέωσης και αλλαγής στους πολιτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς στη χώρα.