Α. Καββαδία: Στόχος η πολιτική και ιδεολογική ήττα της Ν.Δ.

«Επενδύουμε στην επικοινωνία, μεταμφιέζουμε την πραγματικότητα», είναι το δόγμα με το οποίο πολιτεύτηκε από την αρχή της διακυβέρνησής της η ΝΔ, ξεδιπλώνοντας ταυτόχρονα όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που την καθιστούν μια δεξιά κυβέρνηση βαθιά συντηρητική, βαθιά μεροληπτική υπέρ των πλουσίων, βαθιά νεοφιλελεύθερη και αυταρχική.

Απολαμβάνοντας μια κραυγαλέα ασυλία από τη συντριπτική πλειονότητα των ΜΜΕ, οι άνθρωποι που βρίσκονται σήμερα στο τιμόνι της χώρας, ενεργούν χωρίς να λογοδοτούν, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι προέκυψαν στην εξουσία αυτοδίκαια. Φέρουν τα χαρακτηριστικά μιας σέκτας εξουσίας, που απλώνεται παντού και αυτοαναπαράγεται, και που με συνεχή επίκληση της εκλογικής υπεροχής της, θεωρεί το κράτος ιδιοκτησία της. Τα χαρακτηριστικά μιας ελίτ, έτσι όπως σχηματοποιείται στη νεοδημοκρατική διακυβέρνηση, η οποία φέρεται να αντιγράφει επιτυχώς τις πρακτικές του μετεμφυλιακού πελατειακού κράτους κυρίως στο πώς αντιλαμβάνεται την άσκηση της πολιτικής και τη σχέση της με τους πολίτες. Ταυτόχρονα, οι άνθρωποι αυτοί, χτίζουν μέσα τους την αυτοαθώωσή τους : η συμπεριφορά τους είναι ο τρόπος επιβίωσης και συντήρησής τους και, παράλληλα, η άμυνά τους προς όσους τους επιβουλεύονται προσωπικά.

Είναι σαφές πως η ΝΔ έχει σχέδιο. Και το υπηρετεί πιστά. Ακόμη και τα λάθη, οι αστοχίες, οι καθυστερήσεις και οι παραλείψεις εξυπηρετούν αυτό ακριβώς : το πολιτικό της πρόγραμμα και τους στρατηγικούς της στόχους, από τους οποίους δεν παρεκκλίνει ούτε στο ελάχιστο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παρά τις πολλαπλές κρίσεις, δεν έχει αναθεωρήσει τις προτεραιότητές του, εφαρμόζει απαρέγκλιτα το πρόγραμμά του και επιμένει – ακόμα και τώρα, σε συνθήκες πανδημίας αλλά και πολέμου στη γειτονιά μας, με ό,τι αυτός συνεπάγεται – στην εφαρμογή μιας σκληρής πολιτικής που επιβεβαιώνει ωστόσο, ακόμα πιο εκκωφαντικά, τη διαιρετική τομή Δεξιάς-Αριστεράς. Μια τομή που ναι μεν επανανοηματοδοτείται ως προς το περιεχόμενο της ιδεολογικής διαίρεσης, δεν έπαψε ωστόσο ποτέ να υφίσταται και να οριοθετεί δύο διαφορετικούς και ανταγωνιστικούς κόσμους : τον κόσμο – και άρα την πολιτική – που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των λίγων και οικονομικά ισχυρών, και την πολιτική που αναφέρεται στον κόσμο των από κάτω, των φτωχών, των εργαζόμενων, στη γενιά της επισφάλειας και της εργασιακής περιπλάνησης, στον κόσμο της δημιουργίας.  Με αυτό το δεδομένο, και πέρα από την ολοφάνερη διαχειριστική ανεπάρκεια ορισμένων, η εκτίμηση που θέλει τα  κυβερνητικά στελέχη να είναι «άχρηστα» ή «ανίκανα», δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα. Συγκεκριμένη πολιτική εφαρμόζουν, το αντιλαϊκό σχέδιο που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη υπηρετούν. Ένα σχέδιο όμως που προκαλεί ανοιχτά πια τη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης η οποία – όσο και να το ξορκίζει ο Κυριάκος Μητσοτάκης – καταγράφεται ξεκάθαρα. Η απώλεια της αξιοπιστίας της κυβέρνησης της ΝΔ συντελείται πλέον σταθερά και η διατήρηση της αλαζονικής, αυτάρεσκης στάσης που συμπυκνώνεται στο «αν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί μαζί μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα», καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής.

Η εκ του αποτελέσματος αποτυχία στη διαχείριση της πανδημίας, η ενεργειακή κρίση και η κλιμακούμενη ακρίβεια στην αγορά από το καλοκαίρι και μετά, ρηγμάτωσαν τη δημοσκοπική της υπεροπλία  και αποκάλυψαν  το πραγματικό, ανάλγητο, αντικοινωνικό και υπέρ της οικονομικής ολιγαρχίας πρόσωπό της.

Σε αυτό το απολύτως δυσχερές για την ίδια πλαίσιο, προσπαθεί να ενσταλάξει στους πολίτες την εντύπωση ότι «όλοι ίδιοι είναι».Υποδαυλίζει και ενισχύει την υπόνοια γενικευμένης σήψης του κομματικού συστήματος και την ανάγει σε κεντρικό όχημα της πολιτικής της, προκειμένου να μπορέσει να ξεφύγει από το ασφυκτικό πλαίσιο στο οποίο βρίσκεται. Επιχειρώντας, την ίδια ώρα, να απαξιώσει τον κύριο αντίπαλό της, δηλαδή τον ΣΥΡΙΖΑ, και να τον εμποδίσει από το να εγγραφεί στη συνείδηση των πολιτών, ως η άλλη εναλλακτική.

Προφανώς και έχει κάθε λόγο η κυβέρνηση να θέλει να τους βάλει όλους στο κάδρο της συν-ευθύνης. Και παρά τις περί του αντιθέτου πρωθυπουργικές κορόνες, είναι σαφές πως στόχος της είναι να τεθεί στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης η ένταση, η όξυνση και η λάσπη. Έτσι ώστε να αποπροσανατολιστεί η συζήτηση από τα φλέγοντα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, από το σύστημα διαφθοράς και διαπλοκής – που θεμελίωσαν και γιγάντωσαν επί δεκαετίες η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ – και να δημιουργηθεί η εικόνα ότι «όλοι ίδιοι είναι».

Σε αυτήν ακριβώς τη συνθήκη – και στο πλαίσιο που δημιουργεί η πανδημία, η ακρίβεια, ο πόλεμος, η ενεργειακή και η επισιτιστική κρίση –  ο ΣΥΡΙΖΑ, και μέσα από το 3ο συνέδριό του, καλείται να αποδείξει ότι και είναι, και θέλει, και μπορεί, να αποτελέσει την αξιόπιστη εναλλακτική. Οριοθετώντας ο ίδιος την αντιπαράθεση Δεξιάς-Αριστεράς, αποφεύγοντας τις παγίδες των νεοφιλελεύθερων κεντρώων συναινέσεων, αρθρώνοντας λόγο ξεκάθαρο και εκπονώντας ένα πολιτικό σχέδιο που θα ευνοεί κοινωνικές και πολιτικές συγκλίσεις. Σε μια κοινωνία βαθιά διχασμένη εξαιτίας των πολιτικών που έχουν εφαρμοστεί, σε μια κοινωνία η οποία στενάζει από τις παλιές και νέες ανισότητες, από τη φτώχεια, την αδικία και τον αποκλεισμό, απάντηση δεν μπορεί να είναι μια μετριοπαθής, κεντρώα πολιτική αλλά ένα ανταγωνιστικό, αριστερό, οικολογικό, φεμινιστικό και ριζοσπαστικό πολιτικό σχέδιο. Απάντηση στην ακραία ριζοσπαστική δεξιά, δεν μπορεί παρά να είναι η ριζοσπαστική αριστερά. Κεντρώες λύσεις, μεσαίες λύσεις, δεν υπάρχουν. Και αν υπάρχουν, δεν είναι λύσεις για τον κόσμο του οποίου τα συμφέροντα εξυπηρετούμε. Ούτε είναι αυτές που θα συμβάλλουν στο να ηττηθεί πολιτικά και ιδεολογικά – πρωτίστως στο κοινωνικό πεδίο – η ΝΔ, κάτι που αποτελεί τον πρωταρχικό στόχο όλων μας.

 *Η Αννέτα Καββαδία είναι μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ και πρώην βουλευτής

Πηγή: Το ΠΟΝΤΙΚΙ