Δ. Βίτσας: Πρώτο στοίχημα του Συνεδρίου το πρόγραμμα για να διώξουμε τον Μητσοτάκη

«Το πρώτο και κύριο διακύβευμα του Συνεδρίου δεν μπορεί παρά να είναι -και θα είναι- η κατάρτιση ενός καθαρού πολιτικού σχεδίου για την απαλλαγή της χώρας από την κυβέρνηση Μητσοτάκη και τη δημιουργία μιας νέας προοδευτικής διακυβέρνησης με βάση ένα σαφές, συμφωνημένο και γνωστό στον λαό κυβερνητικό πρόγραμμα. Ο κόσμος δεν αρκεί να γνωρίζει πόσο τον έχει βλάψει η διακυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη κάποιους υπηρετεί αυτή, αυτό το γνωρίζει ήδη. Πρέπει να γνωρίζει, όμως, και τους βασικούς άξονες πάνω στους οποίους θα κινηθεί αμέσως μετά τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για την επανόρθωση των βλαβών αυτών και τη συνολική ανασυγκρότηση της χώρας».

Τα παραπάνω τονίζει με συνέντευξή του στο iEidiseis και τον Βασίλη Σκουρή o Δημήτρης Βίτσας, πρώην υπουργός και βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στον Δυτικό Τομέα της Β΄ Αθηνών.

Ήθελα κατ΄ αρχήν το σχόλιό σας για την πολιτική της χώρας στο Ουκρανικό…

Η κυβέρνηση ακολουθεί πιστά μια πολιτική παρακολουθηματική του ΝΑΤΟ, χωρίς ελληνικές πρωτοβουλίες. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι οι σχέσεις μας και με την Ουκρανία και με τη Ρωσία έχουν μεγάλο ιστορικό και πολιτισμικό βάθος και παρά το γεγονός ότι στην Ουκρανία έχουμε μια μεγάλη μειονότητα ελληνικής καταγωγής που μετράει δεκάδες χιλιάδες -πάνω από 150.000- μέλη.

Ο κ. Μητσοτάκης ενεργεί με τέτοιον τρόπο, ώστε να επιβεβαιώνει σε κάθε περίπτωση το ιδεολόγημα που θέλει την Ελλάδα ως προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης και ως ένα απόλυτα προβλέψιμο και πειθήνιο σύμμαχο, σε βαθμό που να ισχύει το «βασιλικότερος του Βασιλέως».

Δεν ήταν ποτέ, όμως, αυτός ο ρόλος της χώρας μας, ούτε είναι κάτι που συμφέρει τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα της Ελλάδας. Αντιθέτως, η Ελλάδα είχε κάθε λόγο να ενεργήσει και σε αυτήν τη σύγκρουση ως μια γέφυρα ειρήνης και να αναλάβει πρωτοβουλίες με στόχο την εκεχειρία και την ειρήνευση. Το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι μια μικρή σχετικά χώρα και ότι αυτή τη στιγμή οι όποιες πρωτοβουλίες για την εκεχειρία υποχωρούν έναντι της λογικής της όξυνσης και της συνέχισης του πολέμου δεν είναι δικαιολογίες για να μην κάνει τίποτα η χώρα μας προς αυτήν την κατεύθυνση. Ούτε είναι δικαιολογία για την αποστολή όπλων αντί γενναίας ανθρωπιστικής βοήθειας. Πρόκειται για μια ριζική μεταστροφή του δόγματος εξωτερικής πολιτικής της χώρας που την αποφάσισε επιπόλαια ο πρωθυπουργός μόνος του, χωρίς να συνεννοηθεί με τα άλλα κόμματα του Κοινοβουλίου -δεν ξέρω αν συνεννοήθηκε καν με τον Υπουργό Εξωτερικών. Δεν είναι αυτό σοβαρή και πολυδιάστατη διπλωματία.

Όλα αυτά δεν συνιστούν με κανέναν τρόπο ουδέτερη στάση απέναντι στην ίδια τη ρωσική εισβολή. Το αντίθετο: πρόκειται για μια ξεκάθαρη επίθεση και εισβολή μια χώρας σε μια άλλη κυρίαρχη χώρα, απολύτως απαράδεκτη και καταδικαστέα ως παραβιαστική θεμελιωδών κανόνων του Διεθνούς Δικαίου. Υπάρχει ένας επιτιθέμενος, η Ρωσία, και ένας αμυνόμενος, η Ουκρανία. Σε αυτά δεν μπορούν να υπάρξουν ίσες αποστάσεις, ούτε επιφυλάξεις, ούτε ναι μεν αλλά. Ούτε, φυσικά, χωρεί οποιοσδήποτε συμψηφισμός, είτε με τις επίσης παράνομες ένοπλες επεμβάσεις του ΝΑΤΟ στο παρελθόν, ούτε με τις ενέργειες των ναζιστικών ταγμάτων του Αζόφ ενάντια σε ρωσόφωνους στο Ντονμπάς. Ωστόσο, αυτό που προέχει είναι η κατάπαυση του πυρός και η αποτροπή περαιτέρω κλιμάκωσης του πολέμου.

Πού θα οδηγήσει ο πόλεμος; Ακόμα και αν υπάρξει σύντομα συνθηκολόγηση, τι θα έχει επιφέρει στον κόσμο;

Όπως σωστά υπονοείτε στην ερώτηση σας, ακόμα κι αν αύριο έχουμε μια συμφωνία ανακωχής και στη συνέχεια ειρήνευση, οι συνέπειες του πολέμου θα είναι ήδη τραγικές και ανυπολόγιστες. Πόσο μάλλον που, δυστυχώς, αντί της αποκλιμάκωσης, φαίνεται περαιτέρω κλιμάκωση, τόσο στις μάχες εντός της Ουκρανίας, όσο και στους εξοπλισμούς και την πολεμική ρητορική. Αυτό είναι τραγικό και είναι μεγάλη η ευθύνη κυρίως της ίδιας της Ενωμένης Ευρώπης που, σε τελική ανάλυση, δημιουργήθηκε με στόχο την διαρκή ειρήνη στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Απέτυχε, όμως, να αποτρέψει έναν μεγάλης κλίμακας πόλεμο στο άμεσο περιβάλλον της και -το χειρότερο- συνεχίζει να αποτυγχάνει οικτρά, όσο δεν παρεμβαίνει αποφασιστικά και δυναμικά με ένα ρεαλιστικό σχέδιο ειρήνευσης και διευθέτησης του ουκρανικού ζητήματος. Ακούμε και διαβάζουμε για διάφορες προτάσεις που ήδη είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των δύο πλευρών, αλλά πού είναι η Ευρώπη με το ειδικό της βάρος σε όλα αυτά; Απουσιάζει πλήρως οποιαδήποτε ευρωπαϊκή διπλωματική πρωτοβουλία με στόχο την άμεση κατάπαυση του πυρός. Είναι μια θλιβερή κατάσταση που πλήττει, πρώτα και κύρια, την ίδια την Ουκρανία, παρά τη ρητορική υποστήριξης από την Ευρώπη.

Έτσι, ο πόλεμος συνεχίζεται. Και όσο συνεχίζεται, η Ουκρανία θα καταστρέφεται και ο ουκρανικός λαός θα υποφέρει τα πάνδεινα. Οι απώλειες ζωών και περιουσίων, η καταστροφή των υποδομών, τα εκατομμύρια των εκτοπισμένων και των προσφύγων, αυτές θα είναι οι άμεσες συνέπειες. Σε γεωπολιτικό επίπεδο, έχουμε μια ολική ανατροπή του μεταψυχροπολεμικού συστήματος ισορροπίας δυνάμεων που δεν ξέρουμε πού μπορεί να οδηγήσει στο μέλλον. Ό,τι και να γίνει στο εξής, κόβονται οι γέφυρες μεταξύ της Δύσης -ιδίως της Ευρώπης- και της Ρωσίας και δημιουργείται ένα νέο ψυχροπολεμικό κλίμα που θα διαρκέσει χρόνια, αν όχι δεκαετίες. Δεν γνωρίζουμε σε ποιον βαθμό αυτό θα οδηγήσει σε νέα παγκόσμια στρατόπεδα και σφαίρες επιρροής, ούτε τι ρόλο θα παίξουν σε αυτό οι αναδυόμενες μεγάλες ασιατικές δυνάμεις της Κίνας και της Ινδίας. Όσο για τις οικονομικές επιπτώσεις -ιδίως για την Ευρώπη- αυτές είναι ήδη εμφανείς και θα φανούν ακόμα περισσότερο στο μέλλον. Δεν είναι απλή υπόθεση η ανατροπή των ενεργειακών ροών που χρειάστηκαν δεκαετίες για να διαμορφωθούν. Θα έχει τεράστιο οικονομικό αντίκτυπο.

Οι υπερεξοπλισμοί που αποφασίζονται, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα Γερμανία, Σουηδία, ακόμα και Ελβετία, πού θα οδηγήσουν; Είναι υπεραπαραίτητοι; Και το ενδεχόμενο η χώρα μας να μπει σε ένα κύκλο ανταγωνισμού με την Τουρκία, ιδίως εάν η γείτονα μπει ξανά στο πρόγραμμα για τα F-35, πόσο πιθανό το θεωρείτε-και πού θα οδηγήσει;

Μία από τις συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία είναι και η επιστροφή της κούρσας των εξοπλισμών σε επίπεδα που δεν τα είχαμε δει μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Και στο μέτρο που θα έχουμε έναν προσανατολισμό της οικονομίας και της παραγωγής προς την στρατιωτικοποίηση, τόσο θα υποχωρεί το διεθνές δίκαιο, η διπλωματία και η ειρηνική επίλυση των διακρατικών διαφορών. Είναι ένας φαύλος, ανατροφοδοτούμενος κύκλος που τελικά συμφέρει μόνο τις μεγάλες δυνάμεις και, ειδικότερα, τις αμυντικές τους βιομηχανίες και όχι τους λαούς τους που κι αυτοί θα πληρώσουν το τίμημα. Και αυτές που θα το πληρώσουν ακόμα ακριβότερα είναι χώρες όπως η Ελλάδα, που δεν διαθέτουν μια μεγάλη εγχώρια αμυντική βιομηχανία και εξαρτώνται από τις εισαγωγές οπλικών συστημάτων. Προσθέστε σε αυτά το γεγονός ότι η χώρα μας είναι ήδη εξουθενωμένη από μία και πλέον δεκαετία οικονομικής κρίσης και ότι βρίσκεται ήδη εν μέσω μιας ακόμα κρίσης ακρίβειας που δεν σχετίζεται μόνο με τον πόλεμο, καθώς ξεκίνησε πολύ νωρίτερα, αλλά οπωσδήποτε επιδεινώνεται από αυτόν. Η Ελλάδα είναι μια χώρα που ήδη υπολείπεται δραματικά σχεδόν όλων των εταίρων της στην ΕΕ σε κρίσιμους για το βιοτικό επίπεδο ενός λαού τομείς, όπως το κοινωνικό κράτος, το πραγματικό εισόδημα, η δημόσια υγεία, η δημόσια παιδεία και η ανεργία.

Τώρα, το δικό μας αμυντικό δόγμα, δηλαδή του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν πάντα το δόγμα της επαρκούς άμυνας και της αποτροπής βάσει στοχευμένων παρεμβάσεων στο αμυντικό δυναμικό της χώρας. Αυτό επ΄ουδενί δεν ταυτίζεται με τις άρον-άρον ανακοινώσεις υπέρογκων εξοπλιστικών δαπανών χωρίς στρατηγικό βάθος και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Ούτε, φυσικά, πρέπει ή μπορεί η χώρα μας να ακολουθήσει την Τουρκία σε ένα εξοπλιστικό ράλι, από το οποίο μάλλον θα βγει ακόμα περισσότερο εξουθενωμένη, αντί να ενισχυθεί. Δεν έχει κανένα συμφέρον η Ελλάδα να θυσιάσει τα όποια οικονομικά συγκριτικά της πλεονεκτήματα στον βωμό ενός επιπόλαιου και σπασμωδικού εξοπλιστικού παροξυσμού. Η άμυνα και η ασφάλεια είναι έννοιες πολυδιάστατες, δεν περιορίζονται στον αριθμό μαχητικών και φρεγατών ή τανκς που έχει ο κάθε δυνάμει αντίπαλος. Αν μη τι άλλο, η εξέλιξη του πολέμου στην Ουκρανία το επιβεβαιώνει αυτό. Ειρήσθω εν παρόδω, η Τουρκία είναι από τις χώρες που κατά τα φαινόμενα θα βγει ενισχυμένη από τη διεθνή κρίση, ενισχύοντας το ειδικό της βάρος και τον διαμεσολαβητικό -ενδεχομένως και εγγυητικό- ρόλο της διεθνώς. Αυτό θα έπρεπε να απασχολεί και να προβληματίζει σφόδρα την κυβέρνηση που επέλεξε τον αντίθετο ρόλο, του παθητικού ακολούθου.

Η ακρίβεια και το ενεργειακό μπορεί να δημιουργήσουν ένα νέο πολιτικό σκηνικό στη χώρα; Και με ποια χαρακτηριστικά, κατά τη γνώμη σας;

Ήδη δημιουργεί ένα νέο πολιτικό σκηνικό στη χώρα. Ή μάλλον, ένα δυσβάσταχτο για την κοινωνία και την οικονομία μείγμα που δεν οφείλεται μόνο στον πόλεμο -η ακρίβεια είχε εμφανιστεί σαν υπαρκτό και άμεσο πρόβλημα ήδη από τον περασμένο Σεπτέμβριο και οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργεια προηγούνται του πολέμου στην Ουκρανία. Ο τελευταίος είναι ο καταλύτης για την ακόμα περαιτέρω επιδείνωση του φαινομένου. Η βασική αιτία αυτού του τοξικού μείγματος ακρίβειας και ενεργειακής φτώχειας είναι οι συνειδητά λανθασμένες επιλογές της κυβέρνησης και ειδικότερα του οικονομικού επιτελείου και του πρωθυπουργού. Η επιλογή της να πάει σε μια βίαιη και χωρίς σχέδιο απολιγνιτοποίηση δήθεν για την Πράσινη Μετάβαση που στην πραγματικότητα ήταν απλά η μετάβαση στο φυσικό αέριο που είναι κι αυτό ορυκτό καύσιμο και επίσης ρυπογόνο. Η επιλογή της να αυξήσει απότομα και υπέρμετρα το ποσοστό του φυσικού αερίου στο ενεργειακό μείγμα της χώρας. Και άλλα.

Το αποτέλεσμα ήταν η κάθετη αύξηση των τιμών ενέργειας, καθώς αυτές ορίζονται -και αυτό είναι πρωτίστως ευθύνη της τραγικής ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ- από το χρηματιστήριο ενέργειας και με βάση την τιμή του φυσικού αερίου. Αυτό έφερε τις ραγδαίες αυξήσεις τιμών σε όλα ουσιαστικά τα προϊόντα στην Ελλάδα και ευνόησε την κερδοσκοπία. Ο κ. Μητσοτάκης χρειάστηκε επτά μήνες για να αντιληφθεί ότι υπάρχει, όντως, κερδοσκοπία, υπερκέρδη των ιδιωτικών εταιριών ενέργειας και αισχροκέρδεια και ότι δεν τα ρυθμίζει όλα μαγικά το αόρατο χέρι της αγοράς. Παρά το γεγονός ότι εμείς είχαμε έγκαιρα επισημάνει ότι τα υπερκέρδη στον ενεργειακό τομέα ξεπερνούν το 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ. Ήρθε λοιπόν στη Βουλή να μας ανακοινώσει ότι κάποια στιγμή στο μέλλον θα δει πόσα είναι αυτά τα υπερκέρδη και μετά θα δει πόσο θα τα φορολογήσει. Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι, δηλαδή, και μέχρι τότε έχει ο Θεός.

Και βέβαια, η κερδοσκοπία στην ενέργεια ακολουθείται από κερδοσκοπία και τεχνητή αύξηση των τιμών σε όλα τα είδη πρώτης ανάγκης του πληθυσμού της χώρας. Δεν είναι δυνατόν να αυξάνεται η τιμή στο πετρέλαιο και σε λίγες ώρες η αύξηση να περνά πολλαπλάσια στη λιανική της βενζίνης, του πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης, σε είδη λαϊκής κατανάλωσης, όπως το ψωμί, τα νωπά προϊόντα κλπ. Αλλά από την κυβέρνηση καμία ενέργεια δεν υπάρχει για την καταπολέμηση της αισχροκέρδειας. Και στο ζήτημα του πλαφόν στην τιμή της ενέργειας, ο κ. Μητσοτάκης επέστρεψε περιχαρής και περήφανος από τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ για να μας πει ότι χαίρεται πάρα πολύ που στην Ευρώπη ακούστηκε η άποψη για το πλαφόν (που κι αυτή θα συζητηθεί σε δύο μήνες και ως τότε βλέπουμε). Αλλά το παράδειγμα της Ισπανίας και της Πορτογαλία που διεκδίκησαν και κέρδισαν το δικαίωμα να ορίσουν οι ίδιες την ανώτατη τιμή της ενέργειας δεν το ακολούθησε ούτε σαν σκέψη. Γιατί, άραγε;

Αντίθετα, η δήθεν πρόταση Μητσοτάκη περισσότερο «προστατεύει» τις εγχώριες εταιρίες παραγωγής ενέργειας, παρά τον καταναλωτή. Το ίδιο έκανε, εξάλλου, και με την περαιτέρω ιδιωτικοποίηση του 17% της ΔΕΗ και ενώ ήδη φαινόταν ανάγλυφα τα σημάδια της επερχόμενης ενεργειακής κρίσης. Αντί να ενισχύσει τον μοναδικό πυλώνα άσκησης μιας ενεργειακής πολιτικής υπέρ της κοινωνίας, έσπευσε εγκαίρως να τον απεμπολήσει. Αναρωτιέταιεύλογα κανείς: είναι σαφές ότι υπάρχουν ολιγάρχες με προνομιακές σχέσεις με τον κράτος στη Ρωσία και την Ουκρανία, αλλά μήπως υπάρχουν ολιγάρχες και στην Ελλάδα; Και στην ΕΕ; Ρητορικό το ερώτημα.

Είναι φυσικό και επόμενο να πληρώνει η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη το πολιτικό τίμημα για όλα αυτά. Η αντίστροφη μέτρηση της λαϊκής κρίσης της πολιτικής της έχει αρχίσει και όσο το συντομότερο, τόσο το καλύτερο. Εμείς ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ήδη από τη συζήτηση του τελευταίου προϋπολογισμού έχουμε ζητήσει να διεξαχθούν εκλογές και να μιλήσει επιτέλους ο λαός. Σε αυτές τις εκλογές, όποτε κι αν γίνουν τελικά, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ πρέπει και θα είναι το πρώτο κόμμα. Αυτές οι εκλογές πρέπει και θα βγάλουν μια κυβέρνηση συνεργασίας των δημοκρατικών και προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες είτε θα συμμετέχουν μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στη νέα αυτή διακυβέρνηση της χώρας, είτε θα τη στηρίξουν κοινοβουλευτικά δια της θετικής ψήφου ή δια της ψήφου ανοχής.

Στην πορεία προς το Συνέδριο, μεταξύ άλλων, σας χωρίζει η πρόταση Τσίπρα να εκλέγονται πρόεδρος και κεντρική επιτροπή από τα μέλη. Μπορεί αυτό να είναι το κύριο διακύβευμα του Συνεδρίου;

Το πρώτο και κύριο διακύβευμα του Συνεδρίου δεν μπορεί παρά να είναι -και θα είναι- η κατάρτιση ενός καθαρού πολιτικού σχεδίου για την απαλλαγή της χώρας από την κυβέρνηση Μητσοτάκη και τη δημιουργία μιας νέας προοδευτικής διακυβέρνησης με βάση ένα σαφές, συμφωνημένο και γνωστό στον λαό κυβερνητικό πρόγραμμα. Ο κόσμος δεν αρκεί να γνωρίζει πόσο τον έχει βλάψει η διακυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη κάποιους υπηρετεί αυτή, αυτό το γνωρίζει ήδη. Πρέπει να γνωρίζει, όμως, και τους βασικούς άξονες πάνω στους οποίους θα κινηθεί αμέσως μετά τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για την επανόρθωση των βλαβών αυτών και τη συνολική ανασυγκρότηση της χώρας. Τι θα κάνουμε για την ακρίβεια, την ανεργία, την ενεργειακή φτώχεια, τη στήριξη του ΕΣΥ, της δημόσιας δωρεάν παιδείας, για τις βασικές υποδομές. Πώς θα αξιοποιήσουμε τα εθνικά χρηματοδοτικά μέσα, αλλά και τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και των άλλων ευρωπαϊκών ταμείων για αυτόν τον σκοπό. Πώς αντιλαμβανόμαστε το νέο παραγωγικό και αναπτυξιακό μοντέλο υπέρ των πολλών και με ποια εργαλεία θα το υλοποιήσουμε.

Αυτό το πρόγραμμα, πέραν της πολιτικής συνεργασίας, θα πρέπει να υποστηριχθεί από την κοινωνική συμμαχία εργαζομένων, αγροτών, μεσαίων, τη νεολαία, ξεχωρίζω τους επιστήμονες, τους πνευματικούς ανθρώπους και τους καλλιτέχνες. Αυτή η υποστήριξη πρέπει να εκφραστεί τόσο πριν, όσο και μετά τις εκλογές.

Τώρα, είναι γνωστό ότι η δική μου άποψη είναι να εκλέγεται ο Πρόεδρος και η Κεντρική Επιτροπή από το Συνέδριο του Κόμματος. Δεν θεωρώ ότι η εκλογή των δύο αυτών κορυφαίων κομματικών οργάνων από το σύνολο των μελών σημαίνει αυτόματα και κάποια διεύρυνση της εσωκομματικής δημοκρατίας –άλλωστε, το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ και η ΝΔ το κάνουν εδώ και χρόνια και δεν θα έλεγα ότι είναι τα καλύτερα παραδείγματα εσωκομματικής δημοκρατίας, τα οποία οφείλουμε οπωσδήποτε να μιμηθούμε. Η δημοκρατία μέσα σε ένα συλλογικό πολιτικό φορέα είναι ένα ζητούμενο πολυσύνθετο που δεν περιορίζεται στην περιοδική εκλογή από όλα τα μέλη. Προϋποθέτει καλά ορισμένες διαδικασίες και αρμοδιότητες, καθώς και λογοδοσία και ανοιχτό δημοκρατικό διάλογο σε όλα τα όργανα του κόμματος. Προϋποθέτει, επίσης, γερά οργανωτικά θεμέλια και έναν στιβαρό σκελετό. Η υπαναχώρηση των δομών και των διαδικασιών του κόμματος υπέρ της αδιαμεσολάβητης εκλογής «από τη βάση» δεν είναι άνευ ετέρου ενισχυτική αυτών των προϋποθέσεων, μπορεί δε να οδηγήσει στο αντίθετο αποτέλεσμα. Υπάρχει και το ζήτημα των αρμοδιοτήτων. Πρέπει να είναι πολύ σαφές ότι ο Πρόεδρος προτείνει, συμμετέχει και πρώτα και κύρια εφαρμόζει συλλογικές αποφάσεις του κόμματος. Και το Καταστατικό που θα ψηφίσουμε δεν έχει να κάνει με τα πρόσωπα που σήμερα πανάξια ηγούνται του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά οφείλει να έχει έναν διαχρονικό χαρακτήρα, να έχει ένα βάθος χρόνου και να κοιτάζει προς το μακροπρόθεσμο μέλλον.

Όλοι συμφωνούμε πως ο Τσίπρας έχει προσφέρει πολλά στον ΣΥΡΙΖΑ, στην Αριστερά και την κοινωνία και θα είναι πρόεδρος και επόμενος πρωθυπουργός για πολλά χρόνια. Δεν είναι αυτό το ζήτημα. Το ζήτημα είναι η συλλογική, διαφανής, δημοκρατική και συντροφική λειτουργία του κόμματος και ο αριστερός χαρακτήρας του ταυτοτικά, αλλά και στην καθημερινή πολιτική δράση. Αυτά μας κάνουν κόμμα των μελών και όχι το από πού εκλέγεται η Κεντρική Επιτροπή. Με ενοχλούν εκφράσεις όπως «εσωκομματική αντιπολίτευση» και «αμφισβητίες της ηγεσίας» διότι απλά δεν αντιστοιχούν στα στελέχη του κόμματος που βοήθησαν και στήριξαν τον Αλέξη Τσίπρα στην επιτυχημένη προεδρία και πρωθυπουργία του και που εξακολουθούν να τον στηρίζουν.

Ξέρετε, το καλό με τα οργανωτικά ζητήματα είναι ότι, αν γίνουν λάθη, διορθώνονται σχετικά εύκολα. Είναι όμως πιο ισχυρά τα λάθη και πιο δύσκολα διορθώνονται στα πολιτικά ζητήματα και ακόμα πιο ισχυρά και δύσκολα επιλύσιμα στα ιδεολογικά ζητήματα. Γι’ αυτό επιμένω στην αριστερή ιδεολογική μας ταυτότητα. Σήμερα η ιδεολογία δεν είναι ένας κατάλογος με κάποιες θέσεις και ιδιότητες, όπου απλά συμπληρώνουμε κουτάκια, αλλά ένα σαφές και ισχυρό αξιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν και πρέπει να συνυπάρξουν κι διαφορετικές απόψεις, και διαφορετικές θεσμικές προτάσεις. Πάντα, όμως, με βάση και θεμέλιο τις κοινά συμφωνημένες αξίες που νοηματοδοτούν αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο.

Εσείς από το Συνέδριο τι περιμένετε;

Όπως προείπα, από το Συνέδριο να βγει το ξεκάθαρο και με αριστερή ιδεολογική ταυτότητα πολιτικό σχέδιο για τη δημοκρατική διακυβέρνηση της χώρας την επομένη των εκλογών. Στο επίκεντρο αυτού του πολιτικού σχεδίου θα βρίσκονται οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, η νέα γενιά, οι μικρομεσαίοι, οι αγρότες, οι επιστήμονες και οι άνθρωποι του πολιτισμού, οι συνταξιούχοι -όλες οι κοινωνικές κατηγορίες που συναπαρτίζουν την κοινωνική πλειοψηφία και έχουν πληγεί περισσότερο από τις πολιτικές της ΝΔ του κ. Μητσοτάκη. Εννοώ βέβαια τα συμφέροντα τους που «ανυψώνονται» σε συμφέροντα της χώρας.

Μέσα από το Συνέδριο θα βγει ένα κόμμα με χαλύβδινη θέληση και ενότητα, οργανωτικά και πολιτικά έτοιμο να αναλάβει και να συμμετάσχει στην επόμενη δημοκρατική-προοδευτική διακυβέρνηση της χώρας ως ο βασικός της κορμός. Γι’ αυτό και στα βασικά σημεία του πολιτικού σχεδίου στο οποίο θα καταλήξουμε μέσα από τις διαδικασίες του Συνεδρίου μας, θα καλέσουμε να τοποθετηθούν καθαρά όλες οι δημοκρατικές δυνάμεις και τα προοδευτικά κόμματα. Υπάρχει μια πολύ μεγάλη και πολύ δύσκολη δουλειά που πρέπει οπωσδήποτε να γίνει για να βγει η χώρα από τα αδιέξοδα στα οποία την έχει φέρει ο κ. Μητσοτάκης και η κυβέρνηση του, καθώς και το σύστημα που τον στηρίζει με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο. Αυτό περιμένω από το Συνέδριο: το πολιτικό blueprint, αν θέλετε, για την ανάκαμψη της χώρας και της κοινωνίας.