70 χρόνια από την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη και των συντρόφων του

Του Στάθη ΚουτρουβίδηΕΠΟΧΗ

Στις 30 Μαρτίου κλείνουν εβδομήντα χρόνια από την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη μαζί με τρεις ακόμα συντρόφους του, του Ηλία Αργυριάδη, του Νίκου Καλούμενου και του Δημητρίου Μπάτση στις 4.12 το πρωί στο Γουδή υπό το φως των προβολέων στρατιωτικών καμιονιών. Η καταδίκη τους από το έκτακτο στρατοδικείο είχε ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, χωρίς ωστόσο να επιτευχθεί η αποτροπή της πορείας τους προς τον θάνατο. Οι πιέσεις από σπουδαίες προσωπικότητες, ανάμεσά τους οι Ζαν Κοκτώ, Τσάρλι Τσάπλιν, Λουί Αραγκόν, Ντε Γκωλ, Πάμπλο Πικάσο, συνιστά ένα εξαίρετο δείγμα αλληλεγγύης και υπεράσπισης του ανθρωπισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Από την άλλη, ξένοι κύκλοι, αλλά και από το εσωτερικό περιβάλλον, πίεζαν για την υλοποίηση της καταδικαστικής απόφασης εναντίον τους.

Το μεταπολεμικό κλίμα όσον αφορά την πολιτική ζωή σφραγίστηκε από τη δημιουργία της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας το 1944 υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, την ήττα των δυνάμεων του ΕΛΑΣ από τις υπέρτερες δυνάμεις σε συνδυασμό με την στρατιωτική παρέμβαση των Άγγλων τον Δεκέμβρη του ίδιου έτους στην Αθήνα και την παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ τον Φεβρουάριο του 1945, όπως όριζε η Συμφωνία της Καζέρτας (Σεπτέμβριος του 1944). Η υποχώρηση της εαμικής πλευράς τόσο σε διπλωματικό, όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο, μετά την ήττα των Δεκεμβριανών για όσους είχαν δώσει τον αγώνα της αντίστασης εναντίον των δυνάμεων του Άξονα κατά τη διάρκεια της κατοχής, δημιουργούσε συνθήκες ασφυξίας, αλλά σκιαγραφούσε και την πορεία προς το μέλλον.

Μια νέα αντιπαράθεση

Ο εχθρός πια δεν προερχόταν από το εξωτερικό, αλλά από το εσωτερικό αυτή τη φορά, τους «κομμουνιστοσυμμορίτες» ή «εαμοβούλγαρους», που αποτελούσαν κίνδυνο για τη σταθερότητα και βιωσιμότητα της ελληνικής πολιτείας και τους συμμάχους της. Ήδη από την περίοδο της απελευθέρωσης άρχισαν οι διώξεις που συνοδεύονταν με φυλακίσεις, εξορίες, ακόμα και εκτελέσεις, όσων είχαν πρωτοστατήσει στον αγώνα εναντίον των κατακτητών, την ίδια στιγμή που οι δωσίλογοι είχαν εμφανώς ευνοϊκή μεταχείριση και πολλές φορές προστασία από το καθεστώς και τους θεσμούς του. Η λευκή τρομοκρατία ήταν καθημερινό και γενικευμένο φαινόμενο. Στις επόμενες εκλογές τον Μάρτιο του 1946, το ΚΚΕ μαζί με τις φίλιες δυνάμεις αποφάσισαν να απέχουν από την αναμέτρηση, καθώς θεωρούσαν ότι αυτές δεν πρόκειται να διεξαχθούν επί ίσοις όροις. Ο Θεμιστοκλής Σοφούλης υπό την πίεση και της αγγλικής πλευράς δεν υπαναχώρησε, στις όποιες απαιτήσεις των κομμάτων της Αριστεράς, με αποτέλεσμα την επικράτηση του Λαϊκού Κόμματος και τη συνέχιση της πολιτικής δίωξης των κομμουνιστών και των δημοκρατικών πολιτών. Αλλά όλες οι εξελίξεις υπαγόρευαν αργά ή γρήγορα έναν επόμενο γύρο και έναν νέο κύκλο αίματος, πολύ πιο δραματικό αυτή τη φορά.

Η πρώτη πράξη στον εμφύλιο καταγράφηκε στο Λιτόχωρο, την 31 Μαρτίου 1946, την ημέρα της διεξαγωγής των εκλογών. Όλη αυτήν την περίοδο ο Νίκος Μπελογιάννης υπήρξε αδιαμφισβήτητα μια ξεχωριστή, ηγετική προσωπικότητα που κάλυπτε πολλούς ρόλους.

Συνδύαζε ιδανικά την αφοσίωση στις ιδέες και πολιτικές του κόμματος, αλλά και τις πνευματικές αναζητήσεις σε πολλά πεδία. Με έντονη πολιτική και συνωμοτική δράση, έχοντας ζήσει έως εκείνην τη στιγμή μια αρκετά περιπετειώδη ζωή (φυλακίσεις, εξορίες, αποδράσεις, έχοντας μάλιστα λάβει ενεργό μέρος στην εθνική αντίσταση αναδείχθηκε σε κεντρικό στέλεχος του κόμματος, αλλά αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μπει αμέσως στο μάτι της ασφάλειας και των διωκτικών αρχών. Στο Ατομικό Δελτίο Ταυτότητας που διασώζεται στο φάκελό του η ασφάλεια, επιβεβαιώνει την παραπάνω εικόνα: «τυγχάνει ευρείας μαρξιστικής μορφώσεως και δεινός χειριστής του λόγου και της γραφίδος».

Ο Νίκος Μπελογιάννης πράγματι έχοντας κυρίως διαφωτιστικό ρόλο με επίκεντρο την Πελοπόννησο, δραστηριοποιείται στην οργάνωση των δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού εκεί. Σύντομα, όμως, λαμβάνει διαταγή να ανέβει στο Γενικό Στρατηγείο στο Βίτσι και στη συνέχεια προβιβάζεται στον βαθμό του ταγματάρχη και του αντισυνταγματάρχη, ενώ τραυματίζεται στις μάχες του Γράμμου στη θέση Γκόλιο. Όσο η σύγκρουση συνεχίζεται και η διαφαινόμενη ήττα του Δημοκρατικού Στρατού πλησιάζει, αναλαμβάνει από τη θέση του πολιτικού επιτρόπου μια παράτολμη επιχείρηση μαζί με τον Καπετάν Γιώτη (Χαρίλαο Φλωράκη) και την 1η Μεραρχία του Δημοκρατικού Στρατού, να περάσουν στη Στερεά Ελλάδα με σκοπό να περισυλλέξουν τα σκόρπια τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού που είχαν αποκοπεί από τη συνολική διάταξη, επιχείρηση που στέφεται με επιτυχία. Την ίδια στιγμή το μέτωπο είχε καταρρεύσει και ο Δημοκρατικός Στρατός όσο πιο συντεταγμένα μπορούσε, είχε καταφύγει μέσω της γειτονικής Αλβανίας στο εξωτερικό.

Οι δίκες Μπελογιάννη

Μετά την ήττα στον Γράμμο και στο Βίτσι και τη διαφυγή του μεγάλου όγκου των ανταρτών στο εξωτερικό, το ΚΚΕ και η 7η Ολομέλειά του αποφασίζουν να στείλουν πολύ σύντομα πίσω στην Αθήνα τον Νίκο Μπελογιάννη, που είναι ήδη αναπληρωματικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, για να αναζωογονήσει τις ήδη νεκρωμένες, λόγω των εκτεταμένων συλλήψεων, οργανώσεις του κόμματος. Έτσι, ο Νίκος Μπελογιάννης επιστρέφει στην πρωτεύουσα το 1950 κρυφά στη χώρα, με ψευδώνυμο και πλαστή ταυτότητα. Η ικανότητα του στελέχους ήταν τέτοια που πολύ σύντομα οι οργανώσεις αρχίζουν να επαναλειτουργούν, να κυκλοφορεί ο παράνομος Ριζοσπάστης και η κομματική δραστηριότητα να αναζωογονείται.

 Η πρώτη σύλληψη του Μπελογιάννη πραγματοποιήθηκε την 20η Δεκεμβρίου, όταν πήγαινε στην οικία του Καλοφωλιά με πλαστή ταυτότητα και στοιχεία Γεώργιος Χόχολης του Ευαγγέλου και της Αλεξάνδρας, γεννημένος το 1913 εις Ζέλιτσα Καλαμών και κατοικών στην οδό Μαυρομιχάλη 47. Τρεις μέρες μετά συλλαμβάνεται και η σύντροφός του Έλλη Ιωαννίδου, στέλεχος της ΚΟΑ και υπεύθυνη διαφώτισης των στελεχών της οργάνωσης. Στις 19 Οκτωβρίου 1951 ξεκίνησε η δίκη των 92 κατηγορουμένων στο Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών, με την κατηγορία ότι προπαγάνδιζαν απόψεις υπέρ του ΚΚΕ και επιδίωκαν την εφαρμογή ιδεών με σκοπό τη βίαιη ανατροπή του πολιτεύματος. Οι θανατικές καταδίκες που εκδόθηκαν, μετατράπηκαν τελικά σε ισόβια κάθειρξη, λόγω της πολιτικής ειρήνευσης της κυβέρνησης Πλαστήρα που εν τω μεταξύ είχε ανέβει στην εξουσία.

Στις 14 Νοεμβρίου, μια μόλις μέρα πριν τον τερματισμό της πρώτης δίκης, αποκαλύπτονται οι ασύρματοι στη Γλυφάδα και στην Καλλιθέα. Οι κατηγορούμενοι Νίκος Μπελογιάννης και Έλλη Παππά παραπέμφθηκαν αυτή τη φορά με βάση τον μεταξικής έμπνευσης Α.Ν. (Αναγκαστικό Νόμο) 375/1936 «περί κατασκοπείας», για τον οποίο δεν είχαν εφαρμογή οι κατευναστικές ρυθμίσεις της διακυβέρνησης Πλαστήρα, ούτε όμως υπήρχε η δυνατότητα προσφυγής στο Αναθεωρητικό Στρατοδικείο. Τα γεγονότα αυτά έλαβαν χώρα σε μια περίοδο κατά την οποία οι κυβερνήσεις του Κέντρου και ο Νικόλαος Πλαστήρας από τη θέση του πρωθυπουργού προσπαθούσε να κατευνάσει τα εμφύλια πάθη και να προχωρήσει σε μια εκτεταμένη αμνηστία των φυλακισμένων και εξόριστων. Ωστόσο, οι πιέσεις που ασκούνταν από το εξωτερικό και από πολλές πλευρές στο εσωτερικό, συμπεριλαμβανομένου και του παλατιού, δεν επέτρεψαν η προσπάθεια αυτή να έχει αίσιο αποτέλεσμα.

Το μουσείο

Το 2017, ύστερα από πρωτοβουλία του γιου του Νίκου Μπελογιάννη, Νίκου, και σε συνεργασία της βουλής και του δήμου Αρχαίας Ήλιδας, αποφασίστηκε να προχωρήσει και να υλοποιηθεί το όραμα που είχε η Έλλη Παππά, και βέβαια ο γιος του Νίκος Μπελογιάννης, για τη δημιουργία μιας μόνιμης έκθεσης στον χώρο που έζησε η οικογένειά του στην πόλη της Αμαλιάδας. Το μουσείο λειτουργεί και είναι επισκέψιμο στον χώρο της οικίας και πρώην ξενοδοχείου της οικογένειας Μπελογιάννη στο κέντρο της πόλης. Εκεί εκτίθενται περισσότερα από 500 έγγραφα, αντικείμενα, φωτογραφίες που παραχώρησαν πολλοί δημόσιοι φορείς, αλλά και ιδιώτες.