Όλγα Στέφου: Η δίψα για αίμα

Όταν δολοφόνησαν τον Ζακ Κωστόπουλο, είχαμε θηρευτές κι είχαμε και θήραμα. Κανένα μαγαζάκι τους δεν ήθελαν να σώσουν. Ούτε… λίγες ξώφαλτσες του έριξε ο κοσμηματοπώλης. Ο Ζακ ήταν ένα ευγενικό, αδύναμο πλάσμα σαν αερικό. Ήταν λεία.
Έτσι είναι. Τροφική πυραμίδα. Ο καταστηματάρχης σκότωσε τον αδύναμο και πώς; Με κλωτσιές στο κεφάλι. Μαγκιά και νταηλίκι είναι η απολογία του. Θυμάμαι ένα νομικό αστείο από την Ήπειρο,όταν οργανοπαίχτης πάτησε με το αυτοκίνητο μια κυρία και, απολογούμενος πια, είπε στην εισαγγελέα: «Πώς κάνετε έτσι, μανδάμ; Δεν της έβγαλα και το άντερο».

Έτσι κι εδώ. «Πώς κάνετε έτσι;» Λίγο τον χτύπησα, λίγο τον σκότωσα, αυτά συμβαίνουν. Στα σαφάρι. 
Δεν είναι ο κυνισμός του εγκληματία, είναι η υποδόρια περηφάνια. Πώς χτίζεται το εκάστοτε αφήγημα μεγαλείου. Ότι θα υπερασπιστεί την περιουσία του. Θα έχει όπλο και θα σκοτώσει, αν χρειαστεί. Ο δολοφόνος είναι ανώτερο είδος, είναι το μεγάλο ψάρι.

Μιλά αυτός ο άνθρωπος χωρίς ενοχή. Νιώθει πως έκανε το σωστό, αν κάποιος μπει στο μαγαζί σου μπορείς να τον σκοτώσεις. Είναι μετρήσιμο μέγεθος η ζωή του ανθρώπου και δη του ανθρώπου του ανυπεράσπιστου. Ο Ζακ ήταν το θήραμα. 
Και ως αγελαία ζώα, ξέσκισαν τον νεκρό κι άλλοι θηρευτές. Αλλά μην προσπεράσουμε τη δίψα τους για αίμα. Είναι η αίσθηση της υπεροχής: Σε σκοτώνω, άρα ανεβαίνω κατηγορία στην τροφική πυραμίδα. Γι’ αυτό σκότωσαν τον Ζακ, γιατί ήθελαν να είναι ισχυρότεροι. Όχι απέναντί του. Ισχυρότεροι γενικώς.

Πηγή: ΑΥΓΗ