Μ. Υδραίος: Στον αντίποδα των πολιτικών του ΝΑΤΟ, οφείλουμε να ξεδιπλώσουμε ένα ισχυρό φιλειρηνικό κίνημα

Υπό τον ήχο των σειρήνων του πολέμου στην Ουκρανία, η «Εποχή» θέτει στα πλαίσια του διαλόγου για το κόμμα, το ζήτημα της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, τη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη δυνατότητα ενός μεγάλου φιλειρηνικού κινήματος, με πρωτεργάτρια την Αριστερά.

Μετά την απαράδεκτη και απολύτως καταδικαστέα εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, πολλοί κάνουν λόγο για αναβίωση συνθηκών Ψυχρού Πολέμου. Σε αυτή την επικίνδυνη συγκυρία, πώς κρίνετε το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντί να αναλάβει έναν αυτόνομο ειρηνευτικό ρόλο στην πολεμική αυτή σύγκρουση, επιλέγει την αύξηση της έντασης με επιθετικές δηλώσεις και πράξεις;

Είναι γεγονός ότι η εισβολή των στρατιωτικών δυνάμεων στην Ουκρανία αποτελεί μία αδικαιολόγητη ενέργεια, την οποία και καταδικάζουμε, χωρίς αστερίσκους. Το αυταρχικό καθεστώς Πούτιν καταπατά το διεθνές δίκαιο, ενώ ταυτόχρονα παρέχει το άλλοθι στις ακραίες και φιλοπόλεμες δυνάμεις της Δύσης να το αξιοποιήσουν στην κατεύθυνση της υπέρμετρης ενίσχυσης των στρατιωτικών εξοπλισμών και της εμπέδωσης ενός νέου ψυχροπολεμικού μιλιταριστικού κλίματος. Προφανώς τα πληβειακά στρώματα της κοινωνίας και η νεολαία είναι παγιδευμένοι ανάμεσα στις συμπληγάδες των γερακιών του ΝΑΤΟ και του αυταρχικού ρωσικού καθεστώτος, σε μία περίοδο που τα συμφέροντα των από κάτω είναι η υπέρβαση των ανισοτήτων, η προστασία του περιβάλλοντος και η εμβάθυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Ναι, είμαστε ενώπιον μίας στροφής της πολιτικής της ΕΕ προς το δόγμα του ψυχρού πολέμου. Πιθανόν να βρεθούμε σε μία πραγματικότητα όπου το Σύμφωνο Σταθερότητας να αντικατασταθεί από ένα νέο πλαίσιο στρατιωτικών εξοπλισμών και περαιτέρω νατοποίησης της ΕΕ. Πρέπει να αντισταθούμε σε αυτές τις επιλογές. Θέλω να τονίσω ότι είμαι ιδιαίτερα προβληματισμένος από τη στάση της Γερμανίας, που έσπευσε να διογκώσει τις αμυντικές δαπάνες. Προφανώς κάποιοι έσπευσαν να πανηγυρίσουν για την ανάδειξη του Όλαφ Σόλτς στη θέση του καγκελάριου, αγνοώντας ότι η μη συμμετοχή της Αριστεράς στη νέα γερμανική κυβέρνηση διαμορφώνει ένα τεράστιο κενό. Δεν είναι η πρώτη φορά που «κεντρώοι πολιτικοί» σε σύνθετες και δύσκολες συγκυρίες, ταυτίζονται με τις επιλογές του ΝΑΤΟ. Το είδαμε και στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας.

Πώς κρίνετε την απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη να αποστείλει –από τους πρώτους μεταξύ των χωρών-μελών της ΕΕ και του ΝΑΤΟ– στρατιωτικό υλικό στην Ουκρανία; Θα βλέπατε, και υπό ποιες προϋποθέσεις, εφικτή τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού και παγκόσμιου φιλειρηνικού κινήματος που θα μπορούσε –μιλώντας για την Ελλάδα– να αποτελέσει την αφορμή για κοινή δράση των δυνάμεων της Αριστεράς; Θεωρείτε ότι οι εξελίξεις στην Ουκρανία, και ενδεχόμενη αλλαγή των εκεί ισορροπιών, μπορούν να επηρεάσουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και ιδιαιτέρως την επίλυση των διαφορών στο Αιγαίο και την Κύπρο;

Ο Κ. Μητσοτάκης, στην ομιλία του την Τρίτη στη Βουλή, ανακήρυξε ως υπέρτατο πρόταγμα της πολιτικής του, την ενίσχυση της άμυνας της χώρας. Καμία έκπληξη, λοιπόν, από τη σπουδή του πρωθυπουργού. Εδώ και καιρό η χώρα μας καθίσταται προκεχωρημένο φυλάκιο των ΗΠΑ και της Ατλαντικής Συμμαχίας. Η Δεξιά έχει έτοιμο ένα νέο αφήγημα με ισχυρή δόση μιλιταρισμού και εθνικισμού. Η Αριστερά οφείλει να συγκρουσθεί με αυτό το αφήγημα, εκκινώντας από τις θέσεις του ορθολογισμού, της ειρήνης, της δημοκρατίας. Στον αντίποδα των πολιτικών του ΝΑΤΟ, οφείλουμε να ξεδιπλώσουμε και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη ένα ισχυρό φιλειρηνικό κίνημα. Η ιμπεριαλιστική λογική του Πούτιν δεν μπορεί να ακυρώσει το πάγιο και λογικό αξίωμα της Αριστεράς, ότι η Ευρώπη εκτείνεται από την Ιβηρική ως τα Ουράλια, συνεπώς περιλαμβάνει μία δημοκρατική φιλειρηνική Ρωσία. Σε αυτήν την προοπτική, η συνεργασία των δυνάμεων της Αριστεράς είναι απαραίτητη, όπως απαραίτητη είναι η συμμετοχή και άλλων ευρύτερων φιλειρηνικών δυνάμεων. Έχουμε την πρόσφατη εμπειρία του πολέμου στο Ιράκ και τη Γιουγκοσλαβία, που γέννησαν το Κοινωνικό Φόρουμ. Σχετικά με τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό, θεωρώ ότι υπάρχει μία έμμεση, αλλά σαφής συνισταμένη. Όλες οι διαφορές πρέπει να αντιμετωπίζονται με βάση το διεθνές δίκαιο και σε άμεσο χρόνο. Προβλήματα που κακοφορμίζουν για πολλά χρόνια, ακριβώς όπως στην Κύπρο, στο Αιγαίο, στην Ουκρανία μπορούν να οδηγήσουν σε αναπάντεχες καταστάσεις. Οφείλουμε, λοιπόν, να πιέσουμε ως κίνημα και ως Αριστερά στην κατεύθυνση της επίλυσης των ανοιχτών θεμάτων με την γείτονα, στη βάση του διεθνούς δικαίου, με καταφυγή στην Χάγη εάν χρειασθεί, που θα χρειασθεί. Υποστηρίζουμε με αποφασιστικότητα την επίλυση του Κυπριακού με βάση τις αποφάσεις του ΟΗΕ για μία δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία, χωρίς στρατούς και εγγυήσεις με πολιτική ισότητα ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Σε μία συγκυρία που η κυβέρνηση παραμένει δέσμια της ακραίας εθνικιστικής πτέρυγας της Νέας Δημοκρατίας και της σχολής της ακινησίας, ο ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ, με αποφασιστικότητα και υπερβαίνοντας τον πειρασμό υιοθέτησης ενός λόγου που ταυτίζεται με «εθνικά» στερεότυπα και δοξασίες, πρέπει να πιέσει στην κατεύθυνση της ειρηνικής και με βάση το διεθνές δίκαιο επίλυσης των διαφορών στο Αιγαίο, στην Κύπρο στην Ανατολική Μεσόγειο.

Καθ’ οδόν προς το 3ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ –και με αφορμή την τραγική συγκυρία και την ανάγκη κινηματικών δράσεων– επανέρχεται στο προσκήνιο το υπαρκτό έλλειμμα συμμετοχής και ενεργοποίησης των μελών τόσο στις εσωκομματικές διαδικασίες, όσο και στις εξωστρεφείς δράσεις. Πιστεύετε ότι είναι έλλειμμα που λύνεται με τις αιφνιδιαστικές προτάσεις του Αλέξη Τσίπρα για απευθείας εκλογή προέδρου και ΚΕ από τα μέλη του κόμματος; Μήπως πυροδοτήθηκε έτσι ένα κλίμα εσωστρέφειας που αποπροσανατολίζει από την απαραίτητη συζήτηση επί του πολιτικού σχεδίου;

Η εκτίμησή μου είναι ότι η συμμετοχή στις προσυνεδριακές διαδικασίες υπολείπεται των προσδοκιών και των αναγκών. Η πολιτική συζήτηση είναι ελλιπής και ο προβληματισμός για το πολιτικό σχέδιο ρηχός. Προφανώς αυτό οφείλεται και στην πανδημία που δυσκόλεψε την πολιτική συζήτηση και δράση. Υπάρχει, όμως, και ένα παρατεταμένο αίσθημα ανάθεσης των πεπραγμένων στην ηγεσία, απόρροια και του γεγονότος ότι τα όργανα του κόμματος ελάχιστα συγκλήθηκαν το τελευταίο διάστημα. Στη σκέψη μου έχει αποτυπωθεί η θερμή υποδοχή, από τον συστημικό Τύπο, της πρότασης του προέδρου για τον τρόπο εκλογής της ηγεσίας του κόμματος. Μάλιστα ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι την επόμενη της ανακοίνωσης της πρότασης, επώνυμος αρθρογράφος έσπευσε από τη στήλη του στα ΝΕΑ να καλωσορίσει τον ΣΥΡΙΖΑ στο κλαμπ των «κανονικών κομμάτων». Αυτήν την «κανονικότητα» που επιδιώκουν να μας επιβάλουν, πρέπει να αποφύγουμε πάση θυσία, ενισχύοντας τα αριστερά ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά μας. Νομίζω ότι η δημοκρατική λειτουργία ενός κόμματος της σύγχρονης Αριστεράς δεν μπορεί να εξαντλείται μόνο στην πρόσκληση προσέλευσης στην ψηφοφορία για τον πρόεδρο και την ηγεσία του. Απαιτούνται πρόνοιες, ώστε τα μέλη του κόμματος να συμμετέχουν στη διαβούλευση και στην εκπόνηση του πολιτικού σχεδίου. Π.χ. θα ήταν σημαντικό η πλατφόρμα του i–syriza να αξιοποιηθεί όχι μόνο για την ενημέρωση, αλλά και για τη διαβούλευση, μεταξύ των μελών και φίλων του κόμματος. Εάν εξαντλήσουμε τη συμμετοχή του κόσμου του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ σε μία ψηφοφορία κάθε τρία χρόνια, κινδυνεύουμε να εγκλωβιστούμε σε μία λογική ανάθεσης. Την περίοδο, μάλιστα, που απαιτείται ενίσχυση των κοινωνικών κινημάτων και έντασης των κοινωνικών αγώνων, με τη συμμετοχή όλων μας, ώστε να ηττηθεί η κυβέρνηση της ΝΔ και να ανοίξει ο δρόμος για μία άλλη πολιτική σε αντιδεξιά, αντινεοφιλελεύθερη, δημοκρατική κατεύθυνση.

Πηγή: ΕΠΟΧΗ