Γεράσιμος Μοσχονάς: Το αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύμα

Οι αρνητικές αξιολογήσεις της αντιπολιτευτικής τακτικής του ΣΥΡΙΖΑ, τα χαμηλά ποσοστά του στην πρόθεση ψήφου παρά τις αποτυχίες της κυβέρνησης (με πιο βαριά –και δραματική– τη διαχείριση της πανδημίας και την εμφατική αδυναμία προώθησης ενός σχεδίου ανανέωσης του ΕΣΥ) και, βέβαια, το θετικό κλίμα για το ΚΙΝΑΛ έχουν φέρει εκ νέου στη συζήτηση το θέμα του αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύματος. Το παρόν κείμενο επιδιώκει να κατανοήσει το σημερινό «πρόβλημα ΣΥΡΙΖΑ» υπό το φως του έντονου αρνητισμού που συνοδεύει την εικόνα και τη δράση του μεγάλου αυτού κόμματος – του μεγαλύτερου εκλογικά στο εσωτερικό της οικογένειας της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ευρώπη.

Αναδρομή

Μετά την εντυπωσιακή νίκη του Σεπτεμβρίου 2015, η υποχώρηση της απήχησης του ΣΥΡΙΖΑ, όπως αποτυπώθηκε στην πρόθεση ψήφου, εκδηλώθηκε με σφοδρότητα που υπερέβαινε τα συνήθη μέτρα. Ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε πολύ σύντομα στη ζώνη του 30%, την οποία –ακόμη πιο σύντομα– διέσπασε καθοδικά για να βυθιστεί γρήγορα και για πολύ (από το φθινόπωρο 2016 μέχρι περίπου τον Ιούνιο του 2017) στη ζώνη του 20% (politico.eu/europe-poll-of-polls/greece).

Το «δεν θα ψήφιζα ποτέ ΣΥΡΙΖΑ» –το οποίο υποδηλώνει σκληρή απορριπτική στάση– υπερβαίνει το εντυπωσιακό 70% στη διάρκεια αυτής της φάσης κατακρήμνισης (Απρίλιος 2016: 73%, Οκτώβριος 2016: 75%), ενώ οι θετικές γνώμες για τον Αλέξη Τσίπρα κινούνται, ήδη από τον Φεβρουάριο του 2016, στο 16% (έναντι 38% τον Σεπτέμβριο του 2015) και οι αρνητικές στο 65% (έναντι 38% τον Σεπτέμβριο, βλ. Prorata). Σε αυτή την περίοδο, το εύρος του αρνητισμού, ας προσεχθεί αυτό, είναι το μεγαλύτερο που έχει καταγραφεί στο σύνολο της δεύτερης κυβερνητικής θητείας του ΣΥΡΙΖΑ – αλλά και μέχρι σήμερα. Συνεπώς, το αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύμα είχε χτυπήσει «κόκκινο» από πολύ νωρίς, πολύ νωρίτερα από όσο υπονοούν πολλές αναλύσεις. Και δεν συνδεόταν με το «φαινόμενο Πολάκη», το οποίο δεν είχε ακόμη γίνει κεντρικό στη δημόσια σφαίρα. Επίσης, ο αρνητισμός αυτός δεν συνδεόταν με την άσκηση ριζοσπαστικών αριστερών πολιτικών, αλλά μάλλον με το αντίθετο: Με την κατάρρευση του αριστερού αφηγήματος, με την εφαρμογή των μνημονιακών μέτρων (κλασική περίπτωση «left brand dilution») αλλά και με μια εικόνα περιορισμένης διαχειριστικής αποτελεσματικότητας. Αυτά λένε οι αριθμοί. Συνδεόταν επίσης, έτσι θεωρώ, με το ύφος και το πολιτισμικό vibe της άσκησης της εξουσίας από πρόσωπα του κεντρικού επιτελείου.

Με αφετηρία το τέλος του καλοκαιριού 2017, ο ΣΥΡΙΖΑ ξεφεύγει από την παρατεταμένη βύθιση στο 20% και περνάει σε μια ιδιαίτερα αργή και χαμηλής έντασης πορεία ανάκαμψης. Η πορεία αυτή θα καταλήξει στην ψήφο τιμωρίας του 23,7% στις ευρωεκλογές και στο εξαιρετικό 31,5% του Ιουλίου 2019. Στο διάστημα αυτό, το «δεν θα ψήφιζα ποτέ ΣΥΡΙΖΑ» υποχωρεί σταδιακά (ενδεικτικά: 69% τον Ιανουάριο 2017, 63% τον Ιανουάριο 2018, 62% τον Μάιο 2019), παρόλο που παραμένει εξαιρετικά υψηλό. Σε κάθε περίπτωση, τέτοιας έκτασης απόρριψη χαρακτηρίζει συνήθως μικρά ή ακραία κόμματα, όχι κόμματα πλειοψηφικής κλίσης (Μοσχονάς και Σεριάτος, 2022).

Το αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύμα «θέριεψε» στη διάρκεια της αριστερής διακυβέρνησης. Ωστόσο, όσο και αν μοιάζει παράδοξο, εμπεδώθηκε στη διάρκεια της παρατεταμένης πρώτης φάσης διακυβέρνησης της Ν.Δ. Υπό το φως των επιδόσεων της νέας κυβέρνησης (Εβρος, διαχείριση πρώτου πανδημικού κύματος, αρχική εικόνα σοβαρότητας και τεχνοκρατικής επάρκειας) έλαβε χώρα μια, όχι και τόσο συνήθης στον κομματικό ανταγωνισμό, περαιτέρω απαξίωση –μια απαξίωση εκ των υστέρων και σε δεύτερο χρόνο– της κυβέρνησης Τσίπρα. Ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση είχε παραγάγει και αξιόλογο έργο (δημοσιονομικές επιδόσεις, ρύθμιση χρέους, στήριξη φτωχών κοινωνικών ομάδων, μέτρα πολιτισμικού-κοινωνικού φιλελευθερισμού και για αρκετούς –και για τον γράφοντα– η σημαντική συμφωνία των Πρεσπών), κάπου γύρω στην άνοιξη του 2020 τα προηγούμενα φαίνονταν «μακρινά» και «λίγα». Η ex post facto απαξίωση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ έχει ευρέως υποτιμηθεί και από τη δημοσκοπική έρευνα και από την πολιτική ανάλυση και, ίσως, από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Συνέβαλε δε, σε συνδυασμό με τη δυσκολία της αξιωματικής αντιπολίτευσης να βρει ένα νέο βηματισμό, στην παγίωση της αντι-ΣΥΡΙΖΑ διάθεσης. Οι αρνητικές στάσεις, χωρίς να διευρυνθούν ποσοτικά (στοιχεία κυρίως από MRB), μετατράπηκαν σε κάτι που πλέον έμοιαζε με ισχυρό στερεότυπο. Τα στερεότυπα, όμως, ανατρέπονται δύσκολα.

Τρεις άξονες του αρνητισμού

Ο αντι-ΣΥΡΙΖΑ αρνητισμός συνίσταται σε μια σχετικά σταθερή δομή γνωμών και παραστάσεων που αναπτύσσεται και μετεξελίσσεται γύρω από τρεις –αλληλοενισχυόμενους– θεματικούς άξονες: τον άξονα της αναποτελεσματικότητας / ανεπαρκούς αρμοδιότητας, εκείνον της αναξιοπιστίας, και έναν τρίτο, πολιτικο-πολιτισμικό, που θα ονομάσω «ισχυρό έλλειμμα στο λεξιλόγιο της πολιτικής αντιπροσώπευσης». Δεν θα συμπεριλάβω την κριτική στον «λαϊκισμό» του ΣΥΡΙΖΑ, ισχυρότατη στο παρελθόν (και ακόμη ενεργή μεταξύ των ελίτ), και γιατί σήμερα δομεί λιγότερο το αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύμα και γιατί διαχέεται στους άλλους, ιδιαίτερα στον δεύτερο και τον τρίτο, θεματικούς άξονες.

1. Αναποτελεσματικότητα / ανεπαρκής αρµοδιότητα

Ο άξονας αφορά κριτικές που αναφέρονται σε ελλείμματα διαχειριστικής επάρκειας και ελλείμματα αρμοδιότητας, όπως η ποιότητα πολιτικού προσωπικού, η έλλειψη προετοιμασίας, ο ερασιτεχνισμός κ.λπ. Ενδεικτικά, την πολύ «σκληρή» άποψη ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ήταν η χειρότερη της Μεταπολίτευσης υιοθετεί το 41,5% του εκλογικού σώματος και, μεταξύ αυτών, το 40% των κεντρώων και το 20% των κεντροαριστερών ψηφοφόρων (μετεκλογική έρευνα Prorata, 2019). Είναι χαρακτηριστικό ότι, μετά την άνοδο της Ν.Δ. στην εξουσία, το σύνολο των ποσοτικών ερευνών δείχνει ότι αν ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση «τα πράγματα θα ήταν χειρότερα».

2. Αναξιοπιστία

Ο δεύτερος θεματικός άξονας δόμησης του αντι-ΣΥΡΙΖΑ αρνητισμού είναι αυτός της αναξιοπιστίας, νοούμενης ως απόστασης μεταξύ λόγων και έργων. Η κατανόηση του ΣΥΡΙΖΑ ως «αναξιόπιστου» έχει προφανώς ως εδραία βάση τη μεγάλη οικονομική στροφή του Ιουλίου και του Αυγούστου 2015. Ωστόσο, μεταγενέστερες επιλογές και το πολιτικό στυλ του επιτελείου συνέβαλαν στην εδραίωση της εικόνας αυτής. Η θέση χρειάζεται εξήγηση.

Με δεδομένο το τραύμα της οικονομικής στροφής, με δεδομένη επίσης την προπαγάνδα της Ν.Δ. («ο Τσίπρας είναι ψεύτης»), το επιτελείο ΣΥΡΙΖΑ δεν ακολούθησε μια στοχευμένη πολιτική ανατροπής της εικόνας που σταδιακά γινόταν ισχυρή στην κοινή γνώμη («ψεύτες», «κωλοτούμπες», «τους είδαμε και αυτούς» κ.λπ.). Ετσι, αντί να επιλέξει –ακριβώς λόγω του «ταυτοτικού» πλήγματος που επέφερε η αρχική ασυνέπεια– μια σταθερή γραμμή πολιτικής και αξιακής πλεύσης (με πιθανό πρόσκαιρο κόστος, αλλά μεσοπρόθεσμα οφέλη), έδωσε έμφαση στην αναζήτηση βραχυπρόθεσμων πλεονεκτημάτων απέναντι στον αντίπαλο. Η προτεραιότητα της τακτικής (στα όρια του τακτικισμού) έγινε κάτι σαν δεύτερη φύση. Ο διπλός λόγος απέναντι στις δυνάμεις του παλαιού συστήματος (βλ. την παράξενη εύνοια προς τους καραμανλικούς των Greek statistics ή την πλήρως απερίσκεπτη κάλυψη του ακραία παλαιοκομματικού Καμμένου), η αμφίσημη στάση απέναντι σε επιχειρηματίες των ΜΜΕ ή απέναντι στην Εκκλησία, η εργαλειακή διαχείριση του μεγάλου σκανδάλου Novartis και της τραγωδίας στο Μάτι, η στήριξη «ερευνητικών» δημοσιογραφικών εγχειρημάτων χωρίς σχέση με την αριστερή παράδοση αποτελούν ενδεικτικά παραδείγματα συμπεριφορών που σταδιακά ενίσχυαν την πεποίθηση απουσίας ισχυρού αξιακού πυρήνα στην καρδιά του ΣΥΡΙΖΑϊκού εκτελεστικού βραχίονα.

Μια παράπλευρη, αλλά μείζονος στρατηγικής σημασίας επίπτωση της αξιακής και πολιτικής αμφισημίας υπήρξε η απώλεια της ταύτισης με το «νέο», ταύτιση που κόμματα με status αντίστοιχο με αυτό του ΣΥΡΙΖΑ (=ωφελημένα από μια μεγάλη εκλογική ανατροπή, όπως αυτή του 2012-2015) οφείλουν να διαφυλάσσουν ως κόρην οφθαλμού. Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ –πεπεισμένη ότι το να ασκείς την εξουσία σε ένα «εχθρικό» σύστημα απαιτεί τη χρησιμοποίηση μέσων αντίστοιχων με αυτά των παλαιών κομμάτων– κατέφυγε η ίδια σε αμφιλεγόμενες πρακτικές (όχι μόνο θεσμικές) που την έκαναν να μοιάζει με το «παλαιό». Εμοιαζε με το παλαιό, αλλά χωρίς την expertise (στις παλαιοκομματικές πρακτικές) του παλαιού.

Υπήρξε απώλεια της ταύτισης με το «νέο». Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ κατέφυγε σε αμφιλεγόμενες πρακτικές (όχι μόνο θεσμικές) που την έκαναν να μοιάζει με το «παλαιό».

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν στην πραγματικότητα πολύ πιο συνεπής σε σκοπούς από όσο θεωρούν όσοι δεν γνωρίζουν την Αριστερά και την ανθρωπογεωγραφία της. Οπως εύστοχα σημείωσε ο Παναγής Παναγιωτόπουλος, ο αντισυστημισμός του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ούτε ψέμα ούτε απάτη, και το ριζοσπαστικό αίτημα «ήταν αυθεντικότατο, τουλάχιστον στην ηγεσία και τους διανοούμενους [του ΣΥΡΙΖΑ]». Θα προσέθετα δε ότι τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, ως σύνολο, άσκησαν σαφώς πιο έντιμη διαχείριση από το πολιτικό προσωπικό του παλαιού δικομματισμού. Εντούτοις, οι πρακτικές του ΣΥΡΙΖΑϊκού επιτελείου έτειναν να παράγουν πολιτικό κυνισμό. Και εμμέσως επιβεβαίωναν την –όχι και τόσο εμπνευσμένη– επικοινωνιακή στρατηγική της Ν.Δ. («είναι ψεύτες»).

Τα «γιατί» και τα «διότι» δεν αφορούν αυτό το περιγραφικό και κάπως ταξινομικό κείμενο. Το αφορούν οι συνέπειες και η έκβαση. Η αμφιβολία για το τι κάνουν και τι πιστεύουν οι «Συριζαίοι», η δυσπιστία προς τις υποσχέσεις, η απώλεια του ηθικού πλεονεκτήματος, η σταδιακή απώλεια της ικανότητας εκπροσώπησης του «νέου» (η μέγιστη στρατηγική σημασία της φαίνεται σήμερα με την ανάκαμψη του ΚΙΝΑΛ) απετέλεσαν τη δεύτερη κεντρική όψη, τον δεύτερο άξονα, του αντι-ΣΥΡΙΖΑ αρνητισμού.

3. Ελλειμμα στο λεξιλόγιο της πολιτικής αντιπροσώπευσης.

Η φυσιολογική φθορά από την άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας, από διαχειριστικές ανεπάρκειες και από την αθέτηση υποσχέσεων μεγεθύνθηκε από ένα στυλ και ύφος πολιτικής που απομακρυνόταν –και πολιτισμικά– από τον κοινό νου. Στην πολιτική, οι λέξεις δημιουργούν δεσμούς ταύτισης και αντιπαλότητας και, το πιο σημαντικό, αρθρώνουν και μορφοποιούν στις δημοκρατίες το τρομερό σε δύναμη λεξιλόγιο της πολιτικής αντιπροσώπευσης. Οι άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ δεν βρήκαν, μετά τη στροφή του Αυγούστου 2015, τις σωστές λέξεις. Εχασαν τη δυνατότητα να μιλούν στην ψυχή και του δικού τους κόσμου (με την εξαίρεση μιας μειοψηφίας) αλλά και σε ευρύτερα ακροατήρια. Δεν κατάφεραν –παρότι συχνά η κριτική και οι προτάσεις τους ήταν ή είναι σωστές (πρόσφατα παραδείγματα: ανάδειξη αδυναμιών του ΕΣΥ, κριτική στη σχεδόν ανύπαρκτη, στα όρια του γελοίου, συμβολή των ιδιωτικών νοσοκομείων στην αντιμετώπιση της πανδημίας κ.ά.)– να εκφράσουν την ατμόσφαιρα και το κλίμα στο εσωτερικό της κοινωνίας.

Η μη κατανόηση, στη φάση της διακυβέρνησης, της μείωσης των προσδοκιών (που η ψήφιση του τρίτου μνημονίου και η κούραση από την παρατεταμένη κρίση είχαν προκαλέσει) έκανε τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ να μοιάζουν με «ταύρους σε υαλοπωλείο» (Νίκος Μαραντζίδης). Το (σχεδόν πάντα) θυμωμένο στυλ κεντρικών στελεχών, η τάση επινόησης επικοινωνιακών αντιπερισπασμών και η υπερχειλίζουσα αντιδεξιά ρητορική ενοχλούσαν όλο και περισσότερο –και οριζόντια– τα «σοβαρά» ακροατήρια, από το Κέντρο μέχρι την Αριστερά και την άκρα Αριστερά. Αργότερα, η εύκολη αντιπολίτευση, οι προβλέψεις για κοινωνική κόλαση, οι υψηλοί τόνοι, οι μη επαρκώς επεξεργασμένες προτάσεις, όλα μείωναν την πολιτική διεισδυτικότητα του λόγου του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο αρνητισμός απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ ενείχε συνεπώς και μια τρίτη διάσταση, πολιτικο-πολιτισμική. Αναμφίβολα, η γεμάτη οίηση απόρριψη του ΣΥΡΙΖΑ από ένα τμήμα του πνευματικού και δημοσιογραφικού milieu με ισχυρή πρόσβαση στα ΜΜΕ ενδυνάμωσε την πολιτισμική διάσταση του αρνητισμού. Δεν ευθύνονται όμως οι «αντίπαλες» ελίτ για το βάθος και το εύρος της απόρριψης. Ο ΣΥΡΙΖΑ ευθύνεται.

Η αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΙΝΑΛ

Υπό το φως του ως άνω –τριπλά δομημένου– αρνητισμού της κοινής γνώμης, τι έκανε ή τι δεν έκανε η αξιωματική αντιπολίτευση για να τον αντιμετωπίσει και να τον υπερβεί;

Οταν σου προσάπτονται από στρατηγικά εκλογικά ακροατήρια, αφενός, η ανεπαρκής αρμοδιότητα και, αφετέρου, οι «εύκολες υποσχέσεις» και η απόσταση μεταξύ λόγων και έργων, τότε τι κάνεις; Δίνεις έμφαση στην καλή επεξεργασία των προτάσεών σου και στην τεχνοκρατική επάρκεια, αλλά και φροντίζεις να δείξεις με όλους τους τρόπους ότι είσαι πιστός σε σκοπούς και ότι δεν αναζητάς μικρά βραχύβια πλεονεκτήματα. Η συμπαγής σοβαρότητα είναι ο πρώτος στόχος, η αποκατάσταση της αξιοπιστίας ο δεύτερος (που συνδέεται με τον πρώτο). Και η ανανέωση του πολιτικού λόγου και ύφους, ο τρίτος. Και, φυσικά, συγκροτείς επιτελείο που να μπορεί να υποστηρίξει αυτή τη στρατηγική, φρεσκάροντας με νέα πρόσωπα –που εκπροσωπούν το τρίπτυχο  «μεθοδικότητα, πίστη σε ιδέες, ανανέωση λόγου»– το πολιτικό σου προσωπικό. Αυτές είναι οι δράσεις που επιβάλλει ο κοινός νους. Ή, όπως θα έλεγε ο αείμνηστος Αγγελος Ελεφάντης, οι δράσεις που επιβάλλουν, τον παραθέτω από μνήμης, οι «βασικοί κανόνες του ασκείν πολιτική».

Τα έκανε αυτά ο ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου 2019-2021; Νομίζω μόνο σε περιορισμένο βαθμό, χωρίς συστηματικότητα, χωρίς στρατηγική συνέπεια. Οι όποιες επεξεργασμένες προτάσεις του (υπάρχουν τέτοιες) ούτε έγιναν γνωστές ούτε έπεισαν – καθώς η ρητορική της εύκολης κριτικής επέβαλε τη δική της λογική. Η τακτική κυριάρχησε εκ νέου. Οι άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουν καταφέρει να είναι ειλικρινά εποικοδομητικοί όταν χρειάζεται και σκληρά πολωτικοί όταν πρέπει. Ούτε έχουν βρει τις λέξεις που παράγουν εμπιστοσύνη. Η αντιπολίτευση του κόμματος καταγράφηκε ως αποσπασματική, μη επαγγελματική, επιθετική και στερούμενη σταθερής ιδεολογικής πλαισίωσης.

Θα ήταν άδικο να μην τονίσω ότι η ηγεσία Τσίπρα τους τελευταίους μήνες σαφώς κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση (βλ. ομάδα ειδικών υπό την προεδρία του και σημαντική βελτίωση της πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ για την πανδημία). Αλλά αυτό συντελείται χωρίς στρατηγική αυστηρότητα και με παλινωδίες. Μια όψη των παλινωδιών αποτελεί ο χώρος που δίνεται στις «πολώσεις Πολάκη», οι οποίες, ενοποιώντας τα αντίπαλα ακροατήρια και διαιρώντας το ακροατήριο του ΣΥΡΙΖΑ, τινάζουν στον αέρα τη ratio essendi του συλλογικού πολιτικού λόγου και της αποτελεσματικής αντιπροσώπευσης. Συνολικά, η διατήρηση σε σχετικά υψηλά ποσοστά του αντι-ΣΥΡΙΖΑ αρνητισμού, παρά τη μείωσή του (MRB), συνιστά τη μεγαλύτερη αποτυχία της σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε στην αντιπολίτευση και ως αντιπολίτευση. Αυτό αποτυπώνουν οι έρευνες.

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές η πόλωση έχει γίνει βίαιη. Η εικόνα της Ν.Δ. ως δύναμης αποτελεσματικής που υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον θυμίζει σπασμένο καθρέπτη. Και όχι μόνον πολιτικά. Οι τσάντες με τα λεφτά στην Ηλεία επαναφέρουν στη μνήμη το ύφος και το στυλ όσων συνέβαλαν στο τρομερό γεγονός της χρεοκοπίας. Η δε πλαγιοκαθοδική κίνηση της Ν.Δ. στην πρόθεση ψήφου είναι αργή, αλλά παρατεταμένη. Αν δεν υπάρξει ένα πραγματικό «σοκ Ανδρουλάκη», δηλαδή το να λειτουργήσει η νέα ηγεσία του ΚΙΝΑΛ μετασχηματιστικά –κάτι που μόνον πολύ ταλαντούχοι ή χαρισματικοί ηγέτες επιτυγχάνουν και κάτι που δεν διαφαίνεται προς το παρόν–, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ έχει και πολιτικό χρόνο και πολιτικές εφεδρείες. Παρά, λοιπόν, το θετικό momentum Ανδρουλάκη, ο ΣΥΡΙΖΑ διαθέτει ισχυρά σημεία υπεροχής που δεν ανατρέπονται εύκολα. Εξαρτάται από τον Αλέξη Τσίπρα, και μόνον από αυτόν, το αν θα βρει τις ισχυρές και περιεκτικές λέξεις που θα του επιτρέψουν να εκπλήξει εκ νέου την κοινωνία, όπως το έκανε στο παρελθόν. Ή αν θα ακολουθήσει τη συνήθη, και πλέον καθόλου ασφαλή, στρατηγική του «ώριμου φρούτου».

* Ο κ. Γεράσιμος Μοσχονάς είναι καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ